Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

17 του Ιούλη, της Αγιάς Μαρίνας
Ξιχάνω ούλλες τες γιορτές εκτός που μιαν, τζείνη της αρφής μου.
Η αρφή μου ήταν πάντα η μικρή (εγώ ήμουν η μεγάλη). Αθθυμούμαι που μας έπαιρνεν η μάνα μου κάθε Χριστούγεννα τζι' Ανάσταση να μας γοράσει τζινούρκα ρούχα στον Αντωνόπουλο τζ' έπαιρνε ένα ύφος 10 καρδιναλίων τζαι ελάλε, "θέλουμε ένα φορεματάκι για τη μικρή" (για μένα ελάλε, "ε, για τη μεγάλη εν τζαι 'σιετε τίποτε στα παιδικά που να της κάμνειμ εν ένει;). Ενοείτε ότι η αρφή μου ήταν 4 τζαι γω 6, για τζείνη 7 τζαι γω 9. Που 'μασταν τζ' οι δκιό μιτσιές-η αρφή μου η μιτσιά "μικρή" τζαι γιω η μιτσιά "μεγάλη" αθυμούμαι που ελάλεν ότι η αρφή μου εγεννήθην λειψή τζαι γι' αυτό έταξέν την πρώτα η γιαγιά μου η Ελέγκω τζι ύστερα η μάνα μου στην Αγιά Μαρίνα. Ελάλεν μας ότι ούτε νίσια είσιεν ούτε τα μάθκια της άννοιε τζι' ότι ένε τρώεν τίποτε. (Τούτα ούλλα εν πελλάρες γιατί αρώτησα την πόσο βάρος είσιεν η αρφή μου που γεννήθην τζ' είπεν μου 3,300 -- πιο κανονικό εν έσιει. Η νόρμα του κανονικού μωρού όμως ήμουν εγώ που γεννήθηκα πρώτη τζαι εζύγιζα 4,700. )
Εγιώ εν αθθυμούμαι ίντα λοής ήταν το μωρό μας, ούτε εδείξαν μου την ούτε εκαταλαβαίναν ότι εκαταλάβαινα. Αθυμούμαι όμως που για να φάει έπαιρνε την η μάνα μου να κάτσει μισςιμου πάνω στο γαουρούι της γειτόνισσας που κα' στο δρυ. Εκράταν στο 'να σιέρι το μωρό μας τζαι στ' άλλο μια κούππα φαριλακτέ τζαι γιώ ακλουθούσα που πίσω ώσπου να πάμε στη γειτόνισσα. Το μωρόν μας έτρωε μια-δκιο κουταλιές τζαι τζείνον ήτουν. Ύστερα ήβρεν άλλο κόλπο η μάνα μου. Έβαλλε το μωρό μας πα' σε μια καρέκλα ομπρός που τη φουντάνα της κουζίνας τζι άφηνε το νερό να σιγοτρέσιει για να παίζει το μωρό μας. Τζείνην την εποχή εκαταλιούσαμεν πολλύ νερό αλλά πάλε το μωρό μας μια δκιο κουταλιές έτρωεν. Στο τέλος η μάνα μου ήβρεν άλλη λύση να της ταίζει το φαριλακτέ. Έπιανε της τη μούτη με τα δκιο δαχτύλια τζαι εμπούκωνεν της το κουτάλι με το άλλο σιέρι. Με άμμουλλου της ελάλε με τίποτε.
Τζαι τωρά έτσι γίνεται. Πιάνει η αρφή μου το στόμα της μάνας μας να μεν πει τίποτε τζαι λαλείς της ίνταν που πήες τζαι ψούμνισε.
Anyway, το μωρό μας επαντρεύτην πριν που μένα. Είκοσι χρονών έκαμεν το πρώτο της μωρό, έναν όμορφο γιο, τζαι δύο χρόνια μετά εγέννησε την ανώμαλη την βαφτιστιτζιά μου (παίζει μπάσκετ, φορεί κάτι μαύρα ρούχα με σκελετούς, τζοιμάται ως το μεσημέρι τζ' αρέσκει της ο Νίνο). Έσιει κάτι αμμάθκια μπλε πιιριλλωτά τζαι εν όμορφη πολλά τζ' ούλλοι νομίζουν ότι η αρφή μου υιοθέτησέ την που τη Ρουμανία (είχαν πάντα λλίη φαντασία οι Κυπραίοι για την ιδιωτική ζωή των γεναικών τους).
Εξεχάστηκα όμως, εν για την αρφή μου μου που 'γραφα τζι' όι για την κόρη της.
Η αρφή μου εν πολλά οργανωμένη. Δουλεύκει ούλλη μέρα, έσσιει το σπίτι της στη τρίχα, λατρεύει τα κοπελλούθκια της αλλά τσιριλλά τους διότι εν σπασμένα τα νεύρα της που τζαιρό. Γοράζει τους τα πάντα, δκιεβάζει τους, πάει στο σχολείο τζαι ρωτά τους καθηγητές, στέλνει τους σιίλια ιδιαίτερα. Φροντίζει τζαι τον εαυτό της αλλά εν καταλαβαίνω που βρίσκει την ώρα. Κάποτε μιλώ της στο τηλέφωνο η ώρα 10 την νύχτα τζι' ακούω την που ασκομαχά τζι' αρωτώ της ίνταν που έσιει τζαι λαλεί μου ότι έννεν τίποτε, κάμνει ποδήλατο, τζαι συνεχίζει να μ' αρωτά αν γίνεται να κάμει το banking με αλληλογραφία. Εν τσιάκκος στα οικονομικά τζαι γενικά στη διαχείριση, στη κάθε είδους διαχείριση, διαχείριση νοικοκυριού, επιχειρήσεων, γάμου, πεθερικών, βασικά έβαλεν τους όλους τερπιέ. Εν κρίμα που έννεν η αρφή μου υπουργός τζαι εν ο Σταυράκης. Η αρφή μου τζαι πιο δημιουρκική ένι, τζαι πιο καπάτσα, τζαι πιο όμορφη τζαι πιο σεξουάλα. Τζ' ούτε φοάται πια τους αδρώπους ότι εννά της πουν ππα. Να φανταστείτε μια φορά που 'ταν φοιτήτρια επέρασεν δίπλα της πάν' στην Καλλιπόλεως ένας με την μοτόρα τζαι επείραξεν την, η αρφή μου έπιασεν τον που τα μαλλιά, έσυρεν τον κάτω τζ' έφτυσέν του.
Εμένα ποττέ της εν με χώνευκε (άμα της το λαλώ λαλεί μου εν η ιδέα μου μισςιμου) αλλά ώσπου πάει μαθαίνει να μ' αγαπά. Εγώ πάντα έμπαινα μπροστά άμα πήαινεν η μάνα μου να τη δέρει. Τζαι τωρά να πάει κάποιος να τη δέρει πάλε το ίδιο εννά κάμω. Ποιήματα ένε γράφει αλλά εν για τούτο που νιώθω ασφάλεια που 'ννα πηαίνω σπίτι της τζαι κάμνει μου καφέ (έσσιει ολόκληρ0 το σετ φεντζιάννια του καφέ, εμένα ένα φεντζιανούιν μου 'μεινεν τζαι τζείνο χωρίς το πιατούιν του).
Ρωτά με αν εν καλά να σπουδάσει ο γιος της μηχανικός περιβάλλοντος τζαι γιω αρωτώ την αν επάσιινα τζ' άλλο. "Είσαι καλή κόρη", λαλεί μου πάντα, "μόνο λλίη γράμμωση θέλεις". Τούτος εν ένας που τους πολλούς λόγους για τους οποίους την αγαπώ.