Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

ο Σεπτέμβρης είναι από χαρτί



Το ξέραμε πως ο Σεπτέμβρης είναι από χαρτί
και οι καρδιές ντοματούλες απλωμένες σε εγκατελειμμένα μποστάνια
Κι όμως βάλαμε πάλι αιχμηρά μολύβια στα χέρια
των παιδιών και διώξαμε
τους εποχιακούς εργάτες.


Έφυγε κι ο Αχιλλέας για το Βουκουρέστι
να γίνει γιατρός


Το ξέραμε πως τον Σεπτέμβρη
βλοσυροί άγγελοι οι βιβλιοθηκάριοι
στέκονται στις πύλες
και ψάχνουν τις βαλίτσες
των επιβατών

Τα παράνομα μούρα απ’ την Αμερική
εκείνος τι τα 'θελε;


Φυγάδευσα για χάρη του μοσχεύματα
μέσα από χιονισμένα τοπία,
από μητέρες κι άλλες κακές μητριές,


ήθελα την αγάπη του.
Mου χάρισε δυο μικρούς ρωμαϊκούς λύχνους από τη Συλλογή του
δώρο για τον γάμο μου.


Διάβασα ξανά τα παραμύθια της Beatrix Potter
κι έμαθα απ’ έξω όλα τα μυστικά περάσματα
του κήπου—εκείνο του Τρελού Λαγού,
εκείνο του Σκίουρου,
του Καρυδιού,
του Γέρο Κατσούφη του Σοφού,


του Ιερώνυμου Ψαρά,
του Βάτραχου Τεμπελχανά


Μέσα συνάντησα μια αγέλη αδύναμα παιδιά
Zουμ-ζουμ τραγούδαγαν όλα μαζί


«ζουμ-ζουμ, ζουμ-ζουμ
 μζούμζου-μζούμζου
τον χάρτινο Σεπτέμβρη
της καρδιάς»


Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Πασχαλινό 2011



Ganimet

Ένα τραγούδι λυπημένο ξέμεινε.
Αυθαίρετα, χωρίς λούσα και πέργολες τα νέα σπίτια στη Βόρεια Κύπρο,
χωρίς κάνιστρα οι κήποι των Δωριαίων


Αρκεί που επισκέπτονται τους λαλέδες στον Άγιο Θέρισσο


Δεν είναι δικό μου το λυπημένο τούτο τραγούδι, εγώ δεν υπήρξα γηγενής και δικαιούχος πλίνθων. Ήμουν το ganimet που μοίρασαν στα λίστρα χέρια των προσφύγων οι υπάλληλοι του αρχαίου Land Registry


Ένα τραγούδι λυπημένο ξέμεινε


Στην περιφορά του Επιταφίου σου ακάλεστη θα έρθω με τους άλλους Μουσουλμάνους του Άουσβιτς,


Χριστέ μου γερασμένε, χριστέ μου πληγωμένε, αν τύχει και θυμηθώ πως μαζί πλαγιάζαμε κάποτε, πώς να φιλήσω το στόμα σου που πια δεν θα μπορώ να ξέρω αν ποτέ με αγάπησες


Αν μέσα στους αιώνες σου αναγνωρίζεις τη στιγμή που πλένοντας μαζί με την Bahar και την Μάρθα τα πόδια σου, μέσα στις τρύπες των ήλων γλίστρησα με λαχτάρα τα δάχτυλα ώσπου άγγιξα μες τις μικρές, σπαστές, κραυγές σου τη χαρά


Χριστέ μου πληγωμένε,
το σώμα σου θα διαμοιράζουν οι ιθαγενείς
σαν αντίδωρο


Σαν ganimet, αγαπημένε μου.




Σημειώσεις


λαλέδες: τύπος άγριας κόκκινης τουλίπας που φυτρώνει στις πλαγιές του Πενταδάκτυλου.


Άγιος Θέρισσος: Παραλία με εκκλησάκι στις ακτές, προς το ακρωτήρι Αποστόλου Ανδρέα


ganimet: Τουρκική λέξη, με την οποία αναφέρονται οι Τουρκοκύπριοι στα Ελληνοκυπριακά σπίτια και περιουσίες που τους δόθηκαν («διαμοιράστηκαν») όταν επανεγκαταστάθηκαν (υποχρεωτικά) στον Βορρά μετά το ’74. Η λέξη που αποδίδει κάπως το νόημα του ganimet στην Ελληνοκυπριακη διάλεκτο είναι (ίσως) «το]μοιράσιν».


ganimet: booty, loot, spoils, captured property, pillage, prize, spoil


ganimet almak: to prize


ganimet bilmek: to look on (an occasion) as a godsend


Μουσουλμάνοι του Άουσβιτς: Αναφορά από τον ιταλό σύγχρονο φιλόσοφο Giorgio Agamben. Tα πραγματικά θύματα (μάρτυρες) του Άουσβιτς, σύμφωνα με τον Agamben, δεν ήταν όσοι επέζησαν και έδωσαν μαρτυρία αλλά οι «άλλοι», αυτοί που υπέπεσαν πιο κάτω από αυτό που θεωρείται ‘το επίπεδο του ανθρώπου’, αυτοί που έχασαν την αξιοπρέπειά τους, αυτοί που κανείς δεν τους λογάριαζε, ούτε καν οι συγκρατούμενοί τους. Ο όρος «Μουσουλμάνοι» αναφέρεται ειδικά στην κυρτότητα των εξαθλιωμένων σωμάτων/φιγούρων τους, μια κυρτότητα που παρομοιάζεται με την κυρτότητα του Μουσουλμάνου όταν σκύβει και προσεύχεται (ναμάζι/namaz).


Land Registry: Η πρώτη αποικιακή κυβερνητική μηχανή που ίδρυσαν οι Εγγλέζοι στην Κύπρο αμέσως μετά την έναρξη της Αγγλοκρατίας ήταν το Land Registry («Κτηματολόγιο»). Το Land Registry είχε την ευθύνη της καταγραφής κάθε σπιθαμής γης, την έκδοση τίτλων στους δικαιούχους και την επίβλεψη αγοραπωλησιών (το Land Registry μετονομάστηκε, μετά την ανεξαρτησία, σε Κτηματολόγιο, το οποίο εξακολουθεί να είναι από τους πιο στιβαρούς διοικητικούς/εξουσιαστικούς μηχανισμούς.)






Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Kαι μια τελευταία Dana

κι άλλη ... Dana

«Μαύρη Οδαλίσκη [χορτάτη]». Ingres, 1846

H Dana

H Dana μας άρχισε να παίρνει τα πάνω της. Εγιάλλισε, εσυνάξαν οι πέτσες που κρέμμουνταν που την τζοιλιά τζαι που τους αγκώνες. Δε τε την τζι' αν εσιει αήπιν πέτε ...

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Η λίμνη του Μαγκλή

Εγώ εν τζ' ήθελα να κάτσω στη Λακατάμια. Ονειρευόμουν κάπου έξω που τη Λευκωσία, Σια, Πυργά, έστω Μοσφιλωτή. Το σενάριο των βουκολικών μου πόθων τερματίστηκε όταν η μάνα μου (ο κύριος χρηματοδότης του έργου) δέχτηκε να έρθει σε επιτόπια επίσκεψη σε ένα κομμάτι γης στη Μοσφιλωτή. Μα τόσα...; γύρισε τζαι είπε του μεσίτη άμα άκουσε το ποσό (τότε ακόμη ήταν σε λίρες). "Δαμέ, ούτε το γάρο μου εν θα σσιίνιαζα!"

Έτσι βρέθηκα να ζω από Αθήνα στη Λακατάμια. Οι γείτονές μου είναι ενεργοί πολίτες. Άμα ππέφτουν φύλλα στο πεζοδρόμιο που κάνα δεντρό, συνάουν υπογραφές για να το κόψουν. Το ίδιο κάμνουν άμα ανθίσει τίποτε στην αυλή σου που τραβά τες μέλισσες. Συνάουν υπογραφές τζαι παν στο Δήμο να το κόψει ή έστω να του κάμει μια γενετική θεραπείαν να μεν ανθίζει.  Για τους σιιύλους τζαι τους κάττους εν συνάουν υπογραφές. Γίνονται πιο "active", γοράζουν λανέιτ, βουττούν μέσα κομματούθκια κρέας τζαι νύχτα πο' ν' τους θωρεί κανένας σύρνουν τα ποτζεί ποδά, να "καθαρίσει ο τόπος".

Για ένα πράμα μόνο συνεχίζω να πιστεύω στη σωτηρία της ψυχής τους/μας: Κόμα να στείλουν επιστολή για τη λίμη Μαγκλή στο Δήμο. Μιαν επιστολή να παραπονιούνται για τα κουνούπια, για τη γεριμία γυρό γυρό, για τους μιτσιούς που παν τζαμέ τη νύχτα τζαι φιλιούνται, για τους Ρουμάνους που κάμνους πικ-νικ τη Κυριακή. Τελικά η λίμνη του Μαγκλή αρέσκει τους, αρέσκει μας ούλλους. Τελικά, η λίμνη του Μαγκλή, χωρίς να της αγαπούμε ή να τη μισούμε ιδιαίτερα, χωρίς υπογραφές, χωρίς κκοτσιάννια (έτσι ενομίζαμεν), χωρίς εισιτήρια, χωρίς ττέλια (ευτυχώς πάντα κάποιος σύρνει τα κάτω) εν τζιαμέ, πίσω που τα πολυτελή σπίθκια "on the hill top". 

Την πρώτη φορά που πήα τζιαμέ έπαθα, σαν να μεν ήμουν στη Λακατάμια, γυρό γυρό καλάμια, άλλα φετινά τζ άλλα παλλιά, κόνιζοι, σημάθκια πά' στη λάσπη που τα σκουλουκούθκια της νύχτας, ελικοπτερούθκια να πετούν, μέσα μέσα θωρείς κάτι αδρώπους που ψαρεύκουν (έτσι για το χάζι, δηλαδή) τζ' εν τόσο τζ' ευτυχισμένοι τζ' ίλαροι πο' 'νε μοιάζουν με Κυπραίους, τις Κυριακές μες την άννοιξη εθώρες οικογένειες ανατολικοευρωπαίων που κάθουνταν στην άκρη, πα' στα χόρτα, τζαι για πρώτη φορά εν εσκέφτεσουν "Ρουμάνοι" "Πολωνοί" "μπίρες" "ρωσίδες" μα έρκετουν στο νου σου τζείνος ο πίνακας του Σερά που δείνει κόσμο να παρπατά γυρό που το νησί του Grande Jatte.  Βασικά, μούζα να 'σιει το  πολυπολιτισμικό (τάχατες) "Rainbow Festival" (τζείνο που έδωκεν εργολαβία η κυβέρνηση στην ΚΙΣΑ), οι πραγματικά πολυπολιτισμικοί χώροι εν τζείνοι που δίπλα μας, τζαμέ που πάμε τζαι μεις, χωρίς να μας περνά που το νου να γυρίσουμε τη γειτονιά να συνάξουμεν υπογραφές.

Φαίνεται όμως ότι ελογαριάζαμε χωρίς τον Ξενοδόχο διότι ο ξενοδόχος ένεν ο Μαγκλής, ή ο γιος του Μαγκλή, ή ο άγγονάς του ή έστω ένας κληρονόμος του που έσσιει πολλά ριάλλια τζ' εν ασχολείται με ένα ξημαρότοπο στην Λακατάμια. Βασικά, η λίμνη ένεν του Μαγκλη αλλά του Νικηφόρου. Άσχετο ότι εν την λεν "Η λίμνη του Νικηφόρου". Τζ' ο δημόσιος κήπος της Πάφου εν των παπάων αλλά λαλούν τον "ο Κήπος", τζ' η χωράφα δαμέ πάρακάτω εν του Νικηφόρου τζαι πάλε λαλούν την "το Πάρκο". Δυστυχώς πώς τούτα ούλλα εγίναν "του Νικηφόρου" εν θα μάθουμε ποττέ.

Ως επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες στη Λακατάμια (που τα Καλλιάνια, που την Πανιαγιά της Πάφου, που τους συνοικισμούς, που την Τζυπερούντα) πρέπει να πούμε του Νικηφόρου ότι ενεν δική του η Λίμνη, εν δικαιούται να την αποξηράνει, αν έχει το ψυχικό κάλλος ας τη σάσει, να τη καθαρίσει, να βαλει τους κηπουρούς τζαι τους αναγιωτούς του να φυτέψουν δεντρούδκια τζαι φκιόρα.

Μπορεί να είναι μια τεχνιτή λίμνη, σε ιδιωτική γη, αλλά τωρά εν η Λίμνη του Μαγκλή (Λίμνη με κεφαλαίο Λ, όι κολύμπα με μικρό κ), τζαι εν γίνεται ένας οικότοπος ολόκληρος να ανήκει στον Νικηφόρο, δαμέ εδώκαν οι Εγγλέζοι πίσω στο Δήμο το Βεραγγάρια τζαι μεις εννά δώκουμε πίσω στο Νικηφόρο τη Λίμνη του Μαγκλή;

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

κάτι πάει λάθος!!!

Έγραψα πριν τρεις ημέρες για την γιορτή της αρφής μου. Βασικά έγραψά το για να το δκιεβάσει η ίδια τζαι να χαρεί, ή έστω, να κάμει χάζιν. Έσιει που το Σάββατο που της τηλεφωνώ τζια αρωτώ την αν το δκιέβασε. Ε, κόμα να το δκιαβάσει. Σάββατο νύχτα που της τηλεφώνουν είπεν μου (με μια φωνούα κόσμια επιτακτική, έτσι όπως διατάζει ο κακός αστυνόμος (Χρ. Χρυσάνθου) στην Πανσέληνο τον Νυχτερίδα στο τηλέφωνο άμα έσιει άλλους μπροστά: "Κλείσε, έχω ξένους, όι τωρά". Την Κυριακή έπιασά την πάλε τηλέφωνο μα είπε μου ότι εν άννοιεν το σάιτ. Που την άλλη, είσιε ΤΡΙΑ πλυντήρια διότι εφκύκεν ο γιος της πρώτην άδεια που τον στρατό (όπως που να σαι νιόπαντρη τζαι πλυννύσκει τους τα μεταξωτά σώβρακα στο σιέρι, να μεν χαλάσουν μισςιμου, κατά βάθος, για να εμπεδώσεις εσύ την πίστη σου στις συζυγικές σου ικανότητες). Ως τζαι sms έστειλά της για το URL της Μιρμιόνας. Εχτές εν την έπιασα αλλά εμάχουμουν ούλλη μέρα να λύσω το πρόβλημα με τα settings του blog (έτσι εκατάλαβα, ότι είχα εγώ το πρόβλημα). Σήμερε, πάλε ετηληφώνησά της. Η αρφότεχνη μου είπε μου ότι δουλεύκει μια χαρά η Μιρμιόνα αλλά η αρφή μου εν έξω τζαι απλώνει ρούχα... Αν ήμουν κανένας γκόμενος όμως, ήταν να τα βάλει να στεγνώσουν στο microwave τζι' ήταν να δκιαβάζει τζαι να δκιεβάζει τζαι να τρώει αφροζάκια, τζαι να μου λαλεί, 'αγάπη, έσιεις χάζι.'

Βασικά τωρά εκατάλαβα. Ούτε το σάιτ της Μιρμιόνας έσιει πρόβλημα, ούτε το κοννέκτιον της αρφής μου. Το πρόβλημα είναι ότι εμάθαμεν να ενθουσιαζόμαστε μόνο με ό,τι έσιει σχέση με γκόμενους τζαι μαλακίες τζ' ότι εν δίπλα μας, αγάπη με το τσουβάλι, θεωρούμε το δεδομένο, βασικά, εν το θωρούμε. Σαν ένα σάκκο πατάτες, ποτζείνον που γοράζαμε πριν το '74 τζαι εκάνεν για να τρώμε τρώμεν τρεις μήνες, αλλά πάλε οι πατάτες πατάτες ήταν.

Έτσι, περιμένουμεν 'κόμα "love letters" που άντρες που ξέρουν μόνο να στέλλουν sms "μωρό τι κάμνεις" ("μωρό" είναι ο τίτλος, "τι κάμνεις" το κύριο μέρος, επίλογο είπε τους η μάμα τους να μεν γράφουν, ούτε αντωνυμίες όπως "μου" "σου" "σε") τζαι βάλλουμε στο σάκκο με τες πατάτες τα πολυσέλιδα που μας γράφουν ούλλοι οι άλλοι τζ' ούλλες οι άλλες.